Ρεμπέτικο τραγούδι

0
434

«Έλα απόψε στου Θωμά να σου παίξω μπαγλαμά

να κατέβουν οι αγγέλοι να σου παίξουν τσιφτετέλι

κι αν μερακλωθείς πολύ και σ αρέσει το βιολί

με βιολί σαντουροβιόλι θα χορέψουν οι διαβόλοι»

 

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το ρεμπέτικο τραγούδι «Στου Θωμά» που στιχουργήθηκε από τον Κώστα Φέρρη και μελοποιήθηκε από τον Σταύρο Ξαρχάκο.  Αποτελεί δείγμα πρότυπου ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού που κυκλοφόρησε στην ελληνική μουσική παραγωγή στα 1988.

Γενικότερα το ρεμπέτικο τραγούδι ανήκει στην κατηγορία των ελληνικών αστικών λαϊκών τραγουδιών που πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και ενσάρκωσε τη οικεία του μορφή σε εμάς τη δεκαετία του 1930. Ορμητήριο της εξέλιξής του αποτελεί το δημοτικό και το κλέφτικο τραγούδι. Ειδικότερα στα 1834, στην Αθήνα, στις φυλακές του Μεντρεσέ, άρχισαν να ακούγονται τα πρώτα μουσικά ρεμπέτικα ερεθίσματα, τα «μουρμούρικα».  Έπειτα στις απαρχές του 1900 στις φτωχότερες συνοικίες των πόλεων το ρεμπέτικο τραγούδι βρήκε πρόσφορο έδαφος για να παγιωθεί και να ακμάσει. Την ίδια εποχή στον Πειραιά έκαναν αισθητή την παρουσία τους τα «γιαλάδικα» , μια πρώτη μορφή ρεμπέτικων ακουσμάτων που έλαβαν την ονομασία τους από την λέξη που συχνά επαναλαμβανόταν «γιάλα – γιάλα» ή «αμάν γιάλα» ή «γιελελέλι». Μετά τη μικρασιατική καταστροφή ιδιαίτερα σημαντική στάθηκε η εμφάνιση του «αμανετζίδικου» λαϊκού τραγουδιού και η ανταλλαγή πληθυσμών που σημειώθηκε σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης συνετέλεσε στην απόδοση μιας πιο ερωτικής χροιάς στο περιεχόμενό τους. Βασικά μουσικά όργανα του συγκεκριμένου μουσικού είδους είναι το μπουζούκι που συμβάλει στη ανάδυση της μελωδίας και η κιθάρα που αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος. Ο μπαγλαμάς συμμετέχει και αυτός στην ανάδειξη του ρυθμού ενώ χρησιμοποιούνται ενίοτε το ακορντεόν, το βιολί, το πιάνο, το κοντραμπάσο και ως κρουστά τα ζίλια. Στη δημοτική ή στην ανατολική παράδοση, ακούγονται σαντουροβιόλια (σαντούρι και βιολί), κανονάκι και ούτι. Ενίοτε ακούγεται κάτι σαν ήχος γυαλιού. Πρόκειται για τον ήχο που παράγεται από το χτύπημα ενός κομπολογιού σε ένα ποτήρι, γνωστό και ως ποτηροκομπολόγι. Στις παρέες και στις ταβέρνες συνήθιζαν να συνοδεύουν τους μουσικούς με αυτόν τον τρόπο, συνήθεια που πέρασε και σε κάποιες ηχογραφήσεις.

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ΄ αγαπούνε,

μόλις θα μ΄ αντικρύσουνε θυσία θα γενούνε

( Στίχοι, Μουσική, Μάρκος Βαμβακάρης)

Κύριος εκπρόσωπος του ρεμπέτικου τραγουδιού υπήρξε ο Μάρκος Βαμβακάρης( 10 Μαΐου 1905 – 8 Φεβρουαρίου 1972) ο οποίος στα 1932 κυκλοφόρησε τις πρώτες ηχογραφήσεις του συμπεριλαμβάνοντας στην ορχήστρα του μπαγλαμάδες και μπουζούκια. Σημαντικός σταθμός στην μουσική του ανέλιξη  αποτέλεσε η συνεργασία του με το Γιώργο Μπατή, το Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο μουσικό σχήμα «Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» . Έπειτα, στα 1933 αποπειράθηκε για πρώτη φορά να ερμηνεύσει ο ίδιος το τραγούδι «το Καραντουζένι». Στα 1935 έγραψε τη «Φραγκοσυριανή» .

Μια φούντωση, μια φλόγα

έχω μέσα στην καρδιά

Λες και μάγια μου ‘χεις κάνει

Φραγκοσυριανή γλυκιά…

 

Στη συνέχεια, στα 1937, κατά την περίοδο Μεταξά, δέχτηκε μεγάλη λογοκρισία για τις μουσικές του δημιουργίες και ο ίδιος αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στις εκάστοτε συνθήκες.  Μετά τη γερμανική κατοχή η μουσική βιομηχανία υφιστάμενη μια κρίση υποβίβασε την αξία του Μάρκου Βαμβακάρη θεωρώντας τον ως ξεπερασμένο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Τσιτσάνης έλαβε την πρωτοβουλία η δισκογραφική εταιρία Columbia να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέϊ, η Άτζελα Γκρέκα κ.ά. Το 1960 αναδύθηκε στην ελληνική μουσική βιομηχανία η «δεύτερη καριέρα» του. Τα ηχογραφημένα τραγούδια του Βαμβακάρη υπερβαίνουν τα 200. Η πλειοψηφία ηχογραφήθηκε σε δίσκους 78 στροφών μεταξύ των ετών 1933 και 1956. Από το 1932 μέχρι το 1960 ηχογράφησε 149 τραγούδια δικής του σύνθεσης και 220 ως ερμηνευτής (131 δικά του και 89 άλλων δημιουργών), μεταξύ των οποίων συνθέσεις του Σπύρου Περιστέρη (30 τραγούδια), του Βασίλη Τσιτσάνη (24 τραγούδια), του Απόστολου Χατζηχρήστου (7 τραγούδια) και άλλων.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων μετανάστευσε στις Η.Π.Α. όπου μετέφερε εκεί τα ακούσματά του από τα ρεμπέτικα τραγούδια.  Μέχρι και το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ηχογραφήθηκαν αρκετά τραγούδια  αυτού του είδους και πραγματοποιήθηκαν σημαντικές συνεργασίες ελλήνων και ξένων μουσικών.

 

 

Αννέτα Μήλιου, Φιλόλογος

 

 

Πηγές:

  • Κώστας Βλησίδης, Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο, Εκδόσεις: εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
  • Η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού, Νίκος Σιδερής, Εκδόσεις: Επτάλοφος
Previous articleO «Φάρος του κόσμου» στο Μαθητόπολις
Next articleΤα χάπια μου… μου λείπει το σχολείο!
Αννέτα Μήλιου
Ονομάζομαι Αννέτα Μήλιου. Είμαι 23 ετών και απόφοιτη του τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ. Από τον Οκτώβριο του 2016 είμαι εγγεγραμμένη στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Συστηματικής Φιλοσοφίας του τμήματος «Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής» της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ. Από την πρακτική μου άσκηση σε σχολεία της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά το τελευταίο έτος των σπουδών μου συνειδητοποίησα την έμφυτη τάση μου να συναναστρέφομαι καθημερινά με παιδιά καθώς και την ανάγκη συνεχούς επιμόρφωσης επάνω στο αντικείμενό μου. Γι’ αυτό το λόγο συμμετείχα εθελοντικά και δούλεψα σε κατασκηνώσεις απασχόλησης παιδιών με Ειδικές Ανάγκες. Ερχόμενη σε επαφή με τον κλάδο της Ειδικής Αγωγής απέκτησα μια ευρύτατη ευαισθητοποίηση για τις ανάγκες του κάθε παιδιού. Έτσι ξεκίνησα να γράφω στο περιοδικό «Πηγή Παιδείας» επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μου στο ενημερωτικό τομέα με σκοπό να μεταδώσω βαθύτερη γνώση και προβληματισμό στους αναγνώστες. Διαρκής και σταθερή μέριμνά μου είναι η αμεσότερη κατανόηση των ζωτικών επιθυμιών του κάθε παιδιού. Για μένα «Πηγή Παιδείας» σημαίνει μια διαρκής ανάβλυση κατάλληλων ερεθισμάτων με στόχο τη βελτίωση της στάσης ζωής μας. Η ρήση που με συντροφεύει πάντα είναι «ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό», Friedrich Nietzsche.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here