Η Μαγεμένη

0
202

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα μακρινή που την έλεγαν Λιθία, ζούσε μια βασιλική οικογένεια που κυβερνούσε για πολλά χρόνια. Ο Βασιλιάς ήταν αρκετά σκληρός κι αυταρχικός στην διακυβέρνηση της χώρας και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τακτικές αντιδράσεις του λαού. Η Βασίλισσα ήρεμη κι υπομονετική προσπαθούσε να νουθετεί το σύζυγό της με τον πιο συνετό τρόπο.

Μετά από από λίγα χρόνια στη Λιθία ξέσπασε πόλεμος. Ο Βασιλιάς δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του. Ο μεγαλύτερος γιός του, Λαυρέντιος, στεκόταν πάντα δίπλα του, δυνατός και ατρόμητος σε κάθε δυσκολία. Με θάρρος και ψυχική ρώμη ορμούσε στη μάχη αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Είχε μια ξεχωριστή ομορφιά που ακτινοβολούσε. Ήταν ψιλός, ξανθός, με πράσινα μάτια. Το βλέμμα του είχε μια γλυκιά μελαγχολία. Η πανοπλία που φορούσε ήταν από σίδερο φτιαγμένη και στο τελείωμά της είχε σφυρηλατημένα με καλλιγραφικά γράμματα το όνομά του.

Όταν πέρασε ο χρόνος και το παλάτι νίκησε τον πόλεμο η χώρα ξαναβρήκε την ασφάλεια και την ειρήνη της. Κάθε μέρα έφθαναν νέα  και οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα. Όλα κυλούσαν όμορφα ώσπου μια μέρα ο Βασιλιάς καταβεβλημένος από μια βαριά ασθένεια πέθανε ξαφνικά. Το βασίλειο βυθίστηκε στο πένθος. Η μόνη ελπίδα αναγέννησης ήταν ο ερχομός στο θρόνο του γιού του, Λαυρέντιου.

Έτσι κι έγινε. Μετά από λίγες μέρες στέφθηκε Βασιλιάς της Λιθίας μέσα σε μια λαμπρή τελετή. Ροδοπέταλα λευκών τριαντάφυλλων έπεφταν από τα μπαλκόνια του παλατιού και χαρούμενες ψαλμωδίες ηχούσαν παντού. Κι ενώ περνούσε η ώρα κι όλο και περισσότερος κόσμος κατέφθανε για τη στέψη το βλέμμα του Βασιλιά καρφώθηκε σε μια κοπέλα που πλησίαζε προς το μέρος του. Είχε έναν ξεχωριστό αέρα η κίνησή της και η ματιά της ήταν σπινθηροβόλα. Η λευκή επιδερμίδα της και τα πλούσια καστανά μαλλιά της απέπνεαν μια αρχοντική ομορφιά. Έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε και  κίνησε να φύγει. Καθώς έφευγε χάθηκε στο πλήθος.

Ο Βασιλιάς εντυπωσιασμένος από τη γοητεία της την επόμενη μέρα έστειλε αγγελιαφόρους στη χώρα να την ψάξουν. Δεν μπορούσε να μάθει κάτι για την ίδια. Έμοιαζε σαν να είχε εξαφανισθεί από προσώπου γης. Ο Βασιλιάς απελπισμένος δεν ήξερε τι να κάνει ώσπου ένα χειμωνιάτικο πρωί έξω από τα τείχη του παλατιού κατέφθασε μια κοπέλα ταλαιπωρημένη από το κρύο και την πείνα ζητώντας βοήθεια. Οι υπηρέτες την μάζεψαν από το δρόμο, περιέθαλψαν τα τραύματά της και της έδωσαν φαγητό και στέγη για να περάσει το βράδυ της.

Σύντομα τα νέα έφθασαν στο Βασιλιά. Αμέσως ζήτησε να τη δει. Οι υπηρέτες την οδήγησαν στο σαλόνι του παλατιού. Μόλις έφθασε αντίκρισε τον Βασιλιά να την περιμένει καθισμένος σε μια χρυσή πολυθρόνα δίπλα σε ένα μεγάλο τζάκι που η φωτιά των ξύλων του έφεγγε επιβλητικά όλο το χώρο αναβλύζοντας παράλληλα και μια γλυκιά ζεστασιά. Μόλις ο Λαυρέντιος αντιλήφθηκε την παρουσία της γύρισε το κεφάλι του να τη δει κι αντίκρισε την κοπέλα που του είχε κάνει εντύπωση στην τελετή της στέψης του.

Εκείνη τη στιγμή μια λάμψη πλημμύρισε την ματιά του. Αλληλοσυστήθηκαν. Το όνομά της ήταν Ροδάνθη. Όλη τη νύχτα μιλούσαν. Ο Βασιλιάς την επόμενη μέρα την κάλεσε να έρθει για ιππασία μαζί του στο βουνό. Είχε δυο λευκά άλογα με πλούσια χαίτη που το κάλπασμά τους ηχούσε με ζωντάνια και περηφάνια. Όσο περνούσε ο καιρός ο Βασιλιάς ερωτευόταν τη Ροδάνθη. Κι εκείνη τον ίδιο. Μετά από μερικούς μήνες παντρεύτηκαν μέσα σε μια λαμπρή τελετή. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι.

Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα έναν χρόνο μετά απέκτησαν έναν υιό. Το Παλάτι ξεχύλιζε από χαρά κι ευτυχία. Μέρες γεμάτες γαλήνη και ειρήνη επικρατούσαν. Τα πράγματα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Η Ροδάνθη και ο Λαυρέντιος ζούσαν σε πελάγη ευτυχίας. Μετά από έναν χρόνο ο Λαυρέντιος κλήθηκε να φύγει από τη Λιθία για να έρθει σε διαπραγματεύσεις ειρήνης με την αντίπαλη χώρα. Η Ροδάνθη επειδή θα έμενε μόνη της εκείνο το διάστημα προσέλαβε μια παραμάνα για να τη βοηθάει στην ανατροφή του υιού τους όσο θα έλειπε ο Βασιλιάς.

΄Ηταν μια γερόντισσα μεγάλης ηλικίας, μαυροφορεμένη με γκρίζα μαλλιά και ροζιασμένο δέρμα. Βοηθούσε τη Βασίλισσα όποτε το χρειαζόταν. Όμως καθώς περνούσε ο καιρός η Ροδάνθη άρχισε να  νιώθει καταβεβλημένη και κουρασμένη. Οι σωματικές αντοχές της έμοιαζαν να την εγκαταλείπουν. Τα μαλλιά της γκριζάριζαν και η όρασή της εξασθενούσε. Η γερόντισσα ήταν μια κακιά μάγισσα που κάθε βράδυ έβαζε σταγόνες μαγικού φίλτρου στο νερό της Βασίλισσας. Επίσης είχε χαρίσει στη Ροδάνθη κι ένα τριαντάφυλλο μέσα σε μια γυάλα που αυτό σιγά σιγά έχανε τα πέταλά του. Όσο το τριαντάφυλλο μαραινόταν τόσο η δύναμη της Ροδάνθης εξασθενούσε.

Το Παλάτι ανησυχούσε για την κατάσταση της Βασίλισσας και σύντομα οι ειδήσεις έφθασαν στο Βασιλιά. Εκείνος κατέφθασε στη Λιθία όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο της Βασίλισσας έπιασε τη γερόντισσα να δηλητηριάζει το νερό της Βασίλισσας. Αμέσως άρπαξε το σπαθί του και τη σκότωσε.

Στο βάθος του δωματίου είδε τη Ροδάνθη ξαπλωμένη εξασθενημένη και δίπλα της ένα τριαντάφυλλο έτοιμο να ρίξει και το τελευταίο του φύλλο. Ο Λαυρέντιος φίλησε τη Βασίλισσα και η ίδια άρχισε να συνέρχεται από τα μάγια.  Το τριαντάφυλλο μετατράπηκε σε ένα κατάλευκο περιστέρι που σήκωσε τα φτερά του και πέταξε προς το άνοιγμα του παραθύρου. Όλα επανήλθαν στις χαρούμενες μέρες τους. Το παλάτι ξαναβρήκε το χρώμα και τη λάμψη του. Η Ροδάνθη και ο Λαυρέντιος συνέχισαν να ζουν καλά κι εμείς καλύτερα…….. .

Αννέτα Μήλιου

 

 

Previous articleΤρεις μορφές του Μακεδονικού Αγώνα
Next articleΕνσυνειδητότητα στην εκπαίδευση
Αννέτα Μήλιου
Ονομάζομαι Αννέτα Μήλιου. Είμαι 23 ετών και απόφοιτη του τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ. Από τον Οκτώβριο του 2016 είμαι εγγεγραμμένη στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Συστηματικής Φιλοσοφίας του τμήματος «Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής» της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ. Από την πρακτική μου άσκηση σε σχολεία της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά το τελευταίο έτος των σπουδών μου συνειδητοποίησα την έμφυτη τάση μου να συναναστρέφομαι καθημερινά με παιδιά καθώς και την ανάγκη συνεχούς επιμόρφωσης επάνω στο αντικείμενό μου. Γι’ αυτό το λόγο συμμετείχα εθελοντικά και δούλεψα σε κατασκηνώσεις απασχόλησης παιδιών με Ειδικές Ανάγκες. Ερχόμενη σε επαφή με τον κλάδο της Ειδικής Αγωγής απέκτησα μια ευρύτατη ευαισθητοποίηση για τις ανάγκες του κάθε παιδιού. Έτσι ξεκίνησα να γράφω στο περιοδικό «Πηγή Παιδείας» επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μου στο ενημερωτικό τομέα με σκοπό να μεταδώσω βαθύτερη γνώση και προβληματισμό στους αναγνώστες. Διαρκής και σταθερή μέριμνά μου είναι η αμεσότερη κατανόηση των ζωτικών επιθυμιών του κάθε παιδιού. Για μένα «Πηγή Παιδείας» σημαίνει μια διαρκής ανάβλυση κατάλληλων ερεθισμάτων με στόχο τη βελτίωση της στάσης ζωής μας. Η ρήση που με συντροφεύει πάντα είναι «ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό», Friedrich Nietzsche.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here