Αυτός ήταν ο καπετάν Γκόνος Γιώτας

0
43

Ο καπετάν Γκόνος διέθετε μεγάλη και πολύτιμη πείρα από τη διεξαγωγή του ανταρτοπόλεμου στη Λίμνη, γνώριζε καλά τη νοοτροπία, τη συμπεριφορά και την τακτική των κομιτατζήδων και έδινε συχνά οδηγίες και συμβουλές στους συνήθως παρορμητικούς αρχηγούς των ελληνικών ομάδων, να ενεργούν με σύνεση και σκεπτικισμό, να υπολογίζουν τις τοπικές συνθήκες και να φυλάγονται από τα ύπουλα συναπαντήματα με τους κομιτατζήδες.

Συχνά κατέληγε στη στερεότυπη συμβουλή του προς τους νεοφερμένους αρχηγούς, με την ιδιόρρυθμη προφορά που του αποδίδεται: «Εντώ τέλει υπομονή και μάτια ντέκα τέσσερα». Ο Καπετάν Άγρας, που του άρεσε ιδιαίτερα να πειράζει και να χαριεντίζεται με την απλοϊκότητα και τον αυθορμητισμό του Γκόνου, συμπλήρωνε την προτροπή του γελώντας: «Τότε να φορέσουμε γυαλιά, Γκόνε».Ο Γκόνος Γιώτας κέρδισε από την πρώτη στιγμή τη συμπάθεια και την εκτίμηση του Καπετάν Άγρα, για τον ευθύ και αυθόρμητο χαρακτήρα του, για τον πατριωτισμό του, για την πολύτιμη πείρα του, για τη σιδερένια υγεία και τη σωματική του αντοχή, αλλά και για τα ιδιόμορφα ελληνικά του.

Όλοι οι αρχηγοί των ελληνικών σωμάτων και ανταρτικών ομάδων, αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, που καταφθάνανε από τη Νότια Ελλάδα, δεν άντεχαν περισσότερο από 4 έως 6 μήνες ζωής και πολεμικής δράσης μέσα στον Βάλτο. Η ανυπόφορη υγρασία από τη μια και οι θέρμες της ελονοσίας που θέριζαν την περιοχή από την άλλη, πολύ σύντομα κλόνιζαν την υγεία τους και τους υποχρέωναν, μετά από ολιγόμηνη παραμονή, να εγκαταλείπουν προσωρινά ή οριστικά τη Λίμνη και το Προξενείο Θεσσαλονίκης έπρεπε να είναι σε διαρκή ετοιμότητα για την αντικατάστασή τους.

Ένα τραγούδι της εποχής, που ορισμένοι στίχοι του έχουν περισωθεί, μας μεταφέρει πολύ εύγλωττα τις δραματικές συνθήκες που επικρατούσαν στον Βάλτο και το πικρό παράπονο των ανταρτών για τη σκληρή ζωή που ήταν υποχρεωμένοι να υπομένουν και για τα όρια της αντοχής τους:

Βαρέθηκα να κάθομαι στης Λίμνης τα καλάμια
να πίνω ακάθαρτο νερό
να στρώνω στα ραγάζια.
Αρρώστησα, ξαρρώστησα
με πόνεσε η ψυχή μου
κουνούπια ήπιαν το αίμα μου
κι αβδέλλες το κορμί μου.

Ο Γκόνος Γιώτας ήταν ο μόνος που άντεξε και στις θέρμες και στην υγρασία σ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Λίμνη, από το 1904 μέχρι το 1908. Μπήκε από τους πρώτους μέσα στον υγρό της λαβύρινθο και την εγκατέλειψε τελευταίος, με την υποχρεωτική ανακωχή που επέβαλαν οι Νεότουρκοι τον Ιούλιο του 1908, όταν καταλύσανε το σουλτανικό καθεστώς με το νέο σύνταγμά τους. Δυόμισι χρόνια μετά την επιβολή του Χουριέτ, ο Γκόνος επέστρεψε πάλι στον αγαπημένο του Βάλτο (Νοέμβριος του 1910), αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα, αλλά έπεσε μαρτυρικά μέσα στους καλαμιώνες του (13 Φεβρουαρίου 1911), δολοφονημένος από τουρκικές σφαίρες και προδομένος από πρώην συντρόφους του.

Ο Άγρας εκθείαζε συχνά την αδάμαστη αντοχή και το απρόσβλητο της υγείας του Γκόνου Γιώτα κι όταν αναφερόταν σ’ αυτόν έλεγε χαριτολογώντας: «Ο Γκόνος όχι μόνο δεν παθαίνει ελονοσία, αλλά και τα κουνούπια άμα τον τσιμπήσουν ψοφάνε».

Τον συμβουλευόταν συχνά όχι μόνο για τις κακοτοπιές και τις παγίδες που έκρυβαν τα σκοτεινά περάσματα και οι καλαμιώνες του Βάλτου, αλλά ζήτησε και την ενεργό συμμετοχή του στην πρώτη πολεμική επιχείρηση που ανέλαβε εναντίον του Ζερβοχωρίου, που θεωρούνταν το κρησφύγετο και το ορμητήριο για πολλούς βοεβόδες της περιοχής, στα τέλη Οκτωβρίου του 1906. Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και πέτυχε χάρη στις συντονισμένες ενέργειες και στη συνεργασία του Καπετάν Άγρα με τον Γκόνο Γιώτα.

Δεν ήταν μόνο οι εδαφικές και οι κλιματολογικές συνθήκες που έκαναν τη ζωή σκληρή και ανυπόφορη στον Βάλτο. Το ίδιο και χειρότερες ήταν και οι συνθήκες διεξαγωγής του ανταρτοπόλεμου. Οι θηριωδίες της μορφής: «ο θάνατός σου η ζωή μου» και «οδόντα αντί οδόντος» ήταν καθημερινή πρακτική.

Οι νεοφερμένοι αρχηγοί δεν ήταν εύκολο να προσαρμοστούν στη σκληρή πραγματικότητα και αντιδρούσαν, κατά περίσταση, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Άλλοτε με υπερβολική ανοχή και ευαισθησία και άλλοτε με μεγαλοψυχίες που ούτε στο κλίμα ούτε στην πρακτική του ιδιόμορφου πολέμου άρμοζαν.

Ο Γκόνος Γιώτας τους πείραζε συχνά για τις υπέρμετρες ευαισθησίες και τον υπερβάλλοντα ζήλο τους. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογός του με έναν από τους αρχηγούς, που πιθανολογείται ότι ήταν ο Καπετάν Άγρας:
– Εσύ, όπως πας, μόνο για Ντεσπότης κάνεις. Εντώ ντεν είναι Άγιο Όρος, του είπε ο Γκόνος.
-Δεν είσαι καλός χριστιανός, Καπετάν Γκόνο, του απαντούσε με δικό του πείραγμα ο Άγρας.
-Εγκώ βαστάω νηστείες, εσείς ντεν βαστάετε.
-Και δεν είναι κρίμα και αμαρτία να σκοτώνουμε;
-Τι λες εσύ; Έχουμε ανοιχτά εσάπια (λογαριασμούς) με τους κομίτες.
-Και πότε θα κλείσουν οι λογαριασμοί σου Γκόνο;
-Όταν κλείσει τα μάτια του ο Αποστόλ και όλοι οι κομίτες.

Τον Φεβρουάριο του 1907 ο Καπετάν Άγρας διατάσσεται από το Κέντρο, για λόγους υγείας και ασφαλείας, να μεταβεί στη Νάουσα, όπου και θα αναρρώσει και θα αναλάβει από την περιπέτεια της υγείας του και τους δύο τραυματισμούς του.

Φιλοξενείται στο σπίτι του εμπόρου και φίλου του Διαμαντή Μπίλλη. Την πορεία της υγείας του παρακολουθεί ο γιατρός και πρόεδρος της τοπικής επιτροπής του Αγώνα Χριστόδουλος Περδικάρης και ειδικότερα ο Φαρμακοποιός Φίλιππος Αρνής, που είχε περιθάλψει πολλούς άνδρες των ελληνικών σωμάτων.

Δέχεται καθημερινά επισκέψεις φίλων και συνεργατών του από τη Νάουσα και τις γύρω περιοχές, επιτροπών του Αγώνα, αλλά και χωρικών που ζητούν να τους επιλύσει από σοβαρά προβλήματα έως και προσωπικές τους μικροδιαφορές. Δίνει συμβουλές και εντολές, στέλνει επιστολές προς τους κατοίκους χωριών στους οποίους συνιστά, με αυστηρές οδηγίες, να τηρούν δικαιοσύνη στις μεταξύ τους σχέσεις και να μένουν πιστοί στο Πατριαρχείο και στην ελληνική τους συνείδηση.

Εκεί συναντιέται συχνά με οπλαρχηγούς της Λίμνης, μεταξύ αυτών και με τον Γκόνο Γιώτα από τον οποίο ενημερώνεται λεπτομερώς για την κατάσταση που επικρατεί στον αγαπημένο του Βάλτο.

Κάποια μέρα τον επισκέφθηκε ο πατέρας του Γκόνου, Βασίλειος Γιώτας, για να μάθει νέα της υγείας του. Ο Άγρας συγκινήθηκε πολύ από την επίσκεψη και το ενδιαφέρον του γέροντα και κατά τον αποχαιρετισμό τους του πρόσφερε, από ευγνωμοσύνη, τρεις χρυσές λίρες.

Ο πατέρας του Γκόνου αρνήθηκε επίμονα να τις πάρει, γιατί δεν τις είχε ανάγκη και, όπως είπε στον Άγρα, τα χρήματα χρειάζονται για τον Αγώνα. Ο Άγρας όμως επέμεινε πολύ και τον παρακάλεσε να τις παραλάβει ως ένα μικρό και συμβολικό δώρο του για τις δύο αρραβωνιασμένες κόρες του και αδελφές του Γκόνου, που επρόκειτο σύντομα να τις παντρέψει και τότε μόνο ο σεβάσμιος γέροντας δέχτηκε το φιλοδώρημα του Καπετάν Άγρα.

Όπως ο Γκόνος Γιώτας έτσι και ο Τέλλος Αγαπηνός, ο θρυλικός Άγρας, δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Μακεδονία ελεύθερη. Απαγχονίστηκε, ως γνωστόν, στις 7 Ιουνίου 1907, με τον πιστό σύντροφο Αντώνη Μίγκα, κοντά στο Τέχοβο (σημερινή Καρυδιά) προδομένος από τους βοϊβόδες Γκιόργκι Κασάπτσε και Βάνη Ζλατάν, για τους οποίους πίστεψε, οραματιστής και ιδεολόγος όπως ήταν, ότι μπορούσε να τους πλησιάσει, και να συνεργαστεί μαζί τους για το κοινό καλό και την ελευθερία της Μακεδονίας.

Το αφιέρωμα από την επίσημη ιστοσελίδα του “Φιλίππου”, δια χειρός του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Ιωάννη Παπαλαζάρου.

Πηγή: https://www.pellanews.gr/topikagiannitsa/%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD-%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B1%CF%82

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here