Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούστηκε ένα καθαρό, αυθόρμητο «ευχαριστώ» μέσα σε μια σχολική αίθουσα; Πότε το βλέμμα ενός μαθητή συνάντησε εκείνο του δασκάλου του με σεβασμό και όχι με αδιαφορία ή ειρωνεία;
Όλο και συχνότερα, οι δάσκαλοι περιγράφουν σκηνές που κάποτε θα θεωρούνταν αδιανόητες: μαθητές που διακόπτουν επιδεικτικά το μάθημα, που απαντούν με θράσος, που σηκώνουν τους ώμους αδιάφορα μπροστά σε μια παρατήρηση. Παιδιά που μιλούν στους εκπαιδευτικούς τους σαν να βρίσκονται σε διαδικτυακό σχόλιο — σύντομα, κοφτά, χωρίς φίλτρο. Είναι αυτή απλώς «αυτοπεποίθηση» ή μήπως μια βαθύτερη έλλειψη σεβασμού;
Τι άλλαξε; Μήπως το σχολείο έχασε το κύρος του; Μήπως οι ενήλικες φοβούνται πια να θέσουν όρια; Ή μήπως τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η αυθεντία αμφισβητείται πριν καν ακουστεί;
Η αγένεια δεν είναι πάντα φωνή· συχνά είναι σιωπή. Είναι το βλέμμα κολλημένο στο κινητό την ώρα του μαθήματος. Είναι το ειρωνικό χαμόγελο. Είναι το «και τι έγινε;» που αιωρείται βαριά στον αέρα. Είναι η αίσθηση ότι ο δάσκαλος δεν αποτελεί πια πρόσωπο καθοδήγησης, αλλά εμπόδιο σε μια ανυπόμονη καθημερινότητα.
Και όμως, κάθε γενιά κατηγορεί την επόμενη. Μήπως λοιπόν βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε; Ή μήπως πράγματι ζούμε μια εποχή όπου η ταχύτητα αντικατέστησε την ευγένεια και η έκφραση αντικατέστησε τον σεβασμό;
Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται· καλλιεργείται. Δεν γεννιέται από φόβο, αλλά από παράδειγμα. Αν τα παιδιά υψώνουν τη φωνή τους, μήπως κάπου εμείς χαμηλώσαμε τη δική μας; Αν απαντούν με αδιαφορία, μήπως δεν τους μάθαμε ποτέ πώς ακούγεται η πραγματική προσοχή;
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά έγιναν πιο αγενή. Το ερώτημα είναι: ποιος θα τους θυμίσει τη δύναμη μιας λέξης όπως «παρακαλώ» — και το βάρος μιας λέξης όπως «σεβασμός»;









