Μαμάδες σε ομάδες, παιδιά σε ρόλους: μια αλήθεια που δεν λέγεται.
Υπάρχει μια πλευρά της μητρότητας που σπάνια λέγεται δυνατά. Δεν έχει να κάνει με την κούραση, τις αϋπνίες ή τις καθημερινές δυσκολίες. Είναι πιο σιωπηλή, πιο κοινωνική — και πολλές φορές πιο επώδυνη. Είναι το bullying μεταξύ μαμάδων.
Σε παιδικές χαρές, έξω από σχολεία, σε ομάδες συνομιλιών και καφέδες, συχνά δημιουργούνται μικρές “κλίκες”. Παρέες κλειστές, με άγραφους κανόνες, όπου κάποιες μαμάδες αναλαμβάνουν άτυπα τον ρόλο της “αρχηγού”. Εκείνες που καθορίζουν ποια θα είναι “μέσα” και ποια “εκτός”. Ποια θα προσκληθεί, ποια θα αγνοηθεί. Και κάπως έτσι, μια απλή κοινωνική συναναστροφή μετατρέπεται σε ένα πεδίο σύγκρισης, αποκλεισμού και σιωπηλής πίεσης.
Για κάποιες μαμάδες, αυτή η πραγματικότητα γεννά ένα βαθύ άγχος. Όχι τόσο για τις ίδιες — αλλά για τα παιδιά τους. Γιατί έχει εδραιωθεί μια αντίληψη: αν η μαμά “ανήκει”, τότε και το παιδί θα έχει φίλους. Αν η μαμά είναι εκτός, τότε ίσως και το παιδί μείνει στο περιθώριο.
Και έτσι ξεκινά μια εσωτερική πάλη.
Μαμάδες που προσπαθούν —συχνά άθελά τους— να ενταχθούν. Να πουν το “σωστό”, να ταιριάξουν, να μη διαφωνήσουν. Να είναι ευχάριστες, αποδεκτές, “βολικές”. Όχι γιατί αυτό τις εκφράζει, αλλά γιατί φοβούνται μήπως το παιδί τους πληρώσει το τίμημα της δικής τους διαφορετικότητας.
Το συναίσθημα που κυριαρχεί; Αβεβαιότητα. Ένα μόνιμο “μήπως δεν είμαι αρκετή;”. Ένα βάρος που δεν θα έπρεπε να υπάρχει σε μια περίοδο που ήδη είναι απαιτητική. Και μαζί, μια ενοχή: “Μήπως αν ήμουν πιο κοινωνική, πιο ανοιχτή, πιο… κάτι άλλο, το παιδί μου θα είχε περισσότερους φίλους;”
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και οι μαμάδες που αντιλαμβάνονται αυτό το μοτίβο και επιλέγουν συνειδητά να μην μπουν σε αυτό. Που προσπαθούν να κρατήσουν αποστάσεις από την τοξικότητα, να διδάξουν στα παιδιά τους ότι οι σχέσεις δεν χτίζονται πάνω σε αποκλεισμούς και “στρατόπεδα”. Δεν είναι πάντα εύκολο. Συχνά σημαίνει μοναχικότητα, αμφισβήτηση, ακόμα και παρεξήγηση από τους γύρω.
Και φυσικά, υπάρχουν και εκείνες οι μαμάδες που —συνειδητά ή όχι— ασκούν αυτή την εξουσία. Που νιώθουν ασφάλεια μέσα από τον έλεγχο, μέσα από την επιλογή. Που δημιουργούν ομάδες όχι απλώς για παρέα, αλλά για επιβεβαίωση. Για να νιώσουν ότι ανήκουν… ορίζοντας όμως οι ίδιες τους όρους.
Το ερώτημα είναι: τι μαθαίνουν τα παιδιά μέσα από όλα αυτά;
Γιατί τα παιδιά παρατηρούν. Βλέπουν ποιος αποκλείεται, ποιος “χωράει”, ποιος πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο για να γίνει αποδεκτός. Και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αναπαράγουν τα ίδια μοτίβα. Ίσως τελικά το πιο σημαντικό δεν είναι σε ποια παρέα ανήκουμε. Αλλά τι αξίες μεταφέρουμε. Να μάθουμε στα παιδιά μας ότι η φιλία δεν επιβάλλεται. Δεν “εξασφαλίζεται” μέσα από κοινωνικές στρατηγικές. Χτίζεται αυθόρμητα, με σεβασμό και αλήθεια.
Και ίσως, κάπου εκεί, να χρειάζεται να θυμηθούμε και εμείς οι ίδιες κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: δεν χρειάζεται να ανήκουμε παντού για να αξίζουμε.Αρκεί να είμαστε αυθεντικές. Για εμάς — και για εκείνα.









