Ξεκινώντας την έρευνα μου για αυτόν τον μεγάλο λογοτέχνη ανακάλυψα πολλές πτυχές της πολύπλευρης προσωπικότητας του, την οποία στο σχολείο παρέλειψαν ή λόγω πίεσης της ύλης δεν πρόλαβαν να αναφέρουν. Παρόλο που θα μπορούσε να υπάρξει ένα πρότυπο για όλους εμάς τους εκκολαπτόμενους τότε μικρούς πολίτες.
Πως θα μπορούσε άραγε να έχει διαμορφωθεί ο χαρακτήρας μας αν είχαμε αναλύσει λίγο περισσότερο τα διηγήματα του; Σίγουρα θα είχαμε αποκομίσει πολλά περισσότερα από ότι και εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να πιστέψουμε.
«Δουλεμένα με μεγάλη προσοχή, ιδίως στις ελάχιστες λεπτομέρειές τους, αρχιτεκτονικά άψογα, τα πεζά του μοιάζουν πολύ συχνά με πίνακες που τρέπουν το βλέμμα σε μια αφαίρεση, σε μια κατάσταση ρέμβης και ονείρου, ακόμα και αν τα θέματά του είναι καθαυτό δραματικά ή τραγικά.»
Αναφέρει ο Αλέξης Ζήρας στην αποτίμηση του έργου του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Διαβάζοντας λοιπόν τώρα ένα από τα σπουδαιότερα διηγήματα του” Τα ψηλά βουνά” παρασύρεσαι κ από τον γλαφυρό του λόγο και χάνεσαι μέσα στις λέξεις που ξεπηδούν με τόση χάρη και κομψότητα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του.Γίνεσαι πάλι παιδί και τρέχεις μαζί με αυτή την παρέα εκεινών των μικρών παιδιών σε εκείνα τα αγέρωχα και αγέραστα βουνά που στέκουν ανεπηρέαστα μέσα στους αιώνες. Διδάσκεσαι πάλι τις αρετές της συνεργασίας, της κοινοκτημοσύνης, της κοινωνικοποίησης και νιώθεις ότι προάγεσαι ως άνθρωπος και ως πολίτης. Πόσο διαφορετικά θα χαν διαμορφωθεί οι χαρακτήρες μας αν στο σχολείο είχαμε διδαχτεί αναλυτικά αυτό του σπουδαίο έργο και δεν είχε απλά γίνει άλλη μια παπαγαλία μέσα στις πολλές που ήμασταν υποχρεωμένοι να μαθαίνουμε και όχι να κατανοούμε.
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ήταν ένας οραματιστής μιας κοινωνίας δίκαιης και ισότιμης. Αυτό προσπάθησε να το περάσει και μέσα από τα διηγήματά του ώστε να αφυπνίσει το κοινωνικό σύνολο για να δημιουργηθεί μια κοινωνία με κέντρο της την αλληλοεκτίμηση και τον σεβασμό. Υπήρξε ένας άνθρωπος ευαίσθητος και αρκετά επηρεασμένος από τις προσωπικές του εμπειρίες, όπως έκανε στην συλλογή ποιημάτων του “Τα χελιδόνια” τα οποία και αφιέρωσε στον αδικοχαμένο του αδερφό.
Πάντα ακούγαμε ως παιδιά για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξαν ορισμένοι λόγιοι και ποιητές στην διαμόρφωση της κοινωνίας μας αλλά και του πολιτισμού μας. Αναμφισβήτητα ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αποτελεί έναν από αυτούς. Τα έργα του αποτελούν φάρο πολιτισμού και αρετών για όλες τις νέες γενιές, αλλά και υπενθύμιση τους για όλους εμάς τους εκπαιδευτικούς και μη, για να μπορούμε να συνυπάρχουμε αρμονικά στην κοινωνίας μας.
Ευχή μου είναι όλα αυτά τα σπουδαία έργα του Παπαντωνίου αλλά και όλων αυτών των μεγάλων Ελλήνων ποιητών να πάψουν να διδάσκονται στα σχολεία ως ένα ακόμη μάθημα καταναγκασμού. Μαθαίνοντας στα παιδιά να κατανοούν και να ερμηνεύουν τα νοήματα που μας δίνουν οι τέχνες και η ποίηση δημιουργούμε σοφότερους και πιο ευαισθητοποιημένους αυριανούς πολίτες, και πως περιμένουμε τα παιδιά μας να αποκτήσουν ευαισθησίες και σεβασμό προς τους άλλους αν δεν τους διδάξουμε να αντιλαμβάνονται το υπέρτατο συναίσθημα που νιώθεις όταν διαβάζεις ένα ποίημα, όταν κοιτάς έναν πίνακα, όταν ακούς ένα τραγούδι. Και να νιώθουμε ευγνώμονες για αυτή την σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά που μας άφησαν.
“Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.”
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ “Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ”
Η Βιργινία Παγουλάτου – Βλάχου δεν ήταν μια τυχαία προσωπικότητα στον χώρο του ξενόγλωσσου βιβλίου, και στην εκμάθηση των Αγγλικών. Νομίζω πως μαζί με τον Γιάννη Μπουκουβάλα των εκδόσεων Littera ήταν δύο πολύ σημαντικοί άνθρωποι που βοήθησαν με το έργο τους όλους εμάς τους καθηγητές Αγγλικών να γίνουμε λίγο καλύτεροι και να διδάξουμε την γλώσσα όσο πιο καλά μπορούμε.
Όπως όλες οι δουλειές, έτσι και αυτή έχει μέσα της την έννοια της « παλιοδουλειάς». Δυστυχώς, το άγχος της καθημερινής προσπάθειας για το καλύτερο, της αέναης απόπειρας για να βρούμε τον καλύτερο τρόπο να μεταδοθεί η γνώση από αυτόν που την ξέρει, προς αυτόν που την χρειάζεται, την κατέβαλλε οριστικά. Όπως γίνεται συνήθως. Σκεφτείτε πως αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να γίνει όχι μόνο στα μεγάλα τα επίπεδα, αλλά και στα μικρά. Θα πει κανείς πως η δουλειά είναι εύκολη, αλλά θα πέσει τραγικά έξω. Δεν υπάρχει ευκολία σε τέτοια πράγματα. Αν υπήρχε έστω και δόση ευκολίας, η φήμη θα είχε ξεθωριάσει, η προσπάθεια θα ήταν όλο και μικρότερη, η αποδοχή θα ήταν δυσανάλογη. Κι όμως, η συγκεκριμένη ξεπερνούσε συνεχώς όλα τα εμπόδια και προσέφερε πολλά βιβλία, ένα τρομερά μεγάλο έργο που η μοίρα του μπορεί να το θέλει σε λίγο καιρό από τώρα να είναι « ξεπερασμένο», ή « βάση για να δοθεί μια άλλη πλευρά οπτικής στα πράγματα», αλλά η ουσία θα είναι μία και μοναδική: Τα βιβλία της, και ο τρόπος παρουσίασης των γραμματικών φαινομένων ή των λεξιλογικών παρατηρήσεων θα μείνουν ως μια βάση για να έχουμε όλοι εμείς την δυνατότητα να καλυτερεύσουμε την δουλειά μας. Γιατί στο τέλος, όταν οι άνθρωποι φεύγουν, τα έργα τους είναι αυτά που παραμένουν ζωντανά, όσο και αν θα φτάσει σε κάποια φάση η στιγμή να θεωρηθούν « παλιομοδίτικα».
Η συγγραφική δουλειά έχει πολλές περισσότερες ευθύνες απ’ όσες φανταζόμαστε. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση κάτι το εύκολο. Εκτίθεσαι. Πρέπει να γίνεις κατανοητός, σαφής, με όσο το δυνατόν ζωντανό και γλαφυρό τρόπο παρουσίασης. Η εκλιπούσα τα κατάφερε μια χαρά σε αυτό το κομμάτι. Και είχε πάντα τον τρόπο να δημιουργεί βιβλία ενδιαφέροντα όσο το δυνατόν. Αρκετοί από εμάς πολλές φορές διατυπώσαμε ενστάσεις. Η ίδια γινόταν καλύτερη όσο περνούσαν τα χρόνια. Λογικό 100%. Δεν είχαν καμία σχέση οι παλιότερες δουλειές της με τις τωρινές, κι αυτό γιατί ήταν διαφορετικές οι ανάγκες του « τότε» με του «τώρα».
Η Τζίνα μπορεί να μην είναι πλέον μαζί μας, αλλά ας είναι σίγουρη πως θα κρατήσουμε αρκετά πράγματα από το έργο της, και από τα βιβλία της. Άλλωστε αρκετοί από εμάς ήδη το κάνουμε και ας μην είχαμε ποτέ την ευκαιρία να της το πούμε.
Σίγουρα όλοι έχουμε ακουστά το σύστημα Μοντεσσόρι και σίγουρα έχουμε ακούσει θετικά και αρνητικά σχόλια για τον τρόπο που είναι δομημένες οι μοντεσσοριανές τάξεις ή που λειτουργούν οι αντίστοιχοι δάσκαλοι. Οι αρνητικές κριτικές έχουν συνήθως να κάνουν με την «υπερβολική ελευθερία» που δίνει ένα τέτοιο σχολικό περιβάλλον στο παιδί, καθώς και με την επιμονή σε πιο «χειρωνακτικές εργασίες» εις βάρος της ανάγνωσης και της γραφής.
Πριν όμως αναφερθούμε αναλυτικότερα στα παραπάνω αλλά και στην προσφορά της Μοντεσσόρι στην εκπαίδευση, χρήσιμο θα ήταν να αναφερθούμε έστω και επιδερμικά στο ποια ήταν η Μοντεσσόρι και πώς ανέπτυξε τις μεθόδους της.
Η Μαρία Μοντεσσόρι ήταν Ιταλίδα γιατρός και παιδαγωγός και μάλιστα η πρώτη γυναίκα που εξάσκησε την Ιατρική στην Ιταλία, καθώς πήρε το πτυχίο της το 1896. Η ίδια εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα με παιδιά με νοητική υστέρηση και παρατήρησε πως τα «άτυχα», όπως τα χαρακτήριζε, αυτά παιδιά, με τα κατάλληλα ερεθίσματα και την απαραίτητη ενθάρρυνση, άρχιζαν να αποκτούν «αυθόρμητο ενδιαφέρον για τη μάθηση και αυθόρμητη αυτοπειθαρχία». Έτσι αποφάσισε να εφαρμόσει τις μεθόδους της σε παιδιά που αναπτύσσονταν ομαλά, καθώς εντόπισε πως οι δυνατότητές τους δεν αξιοποιούνταν πλήρως μέσα στο τότε εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Και το έκανε, και μάλιστα με θεαματικά αποτελέσματα.
Πώς όμως η Μοντεσσόρι κατάφερε αυτά τα θαύματα και τι μας δίδαξε για τη σύγχρονη εκπαίδευση;
Η θεωρία που ανέπτυξε η Ιταλίδα παιδαγωγός έχει κάποιες βασικές αρχές οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη μοντεσσοριανή αγωγή, όπου αυτή ακολουθείται σήμερα.
Αρχικά, είναι μια μαθητοκεντρική, μια παιδοκεντρική μέθοδος διδασκαλίας. Σε αντίθεση με το παραδοσιακό, δασκαλοκεντρικό παιδαγωγικό μοντέλο, όπου πρωταγωνιστής της τάξης είναι ο δάσκαλος που κατέχει όλη τη γνώση, η συγκεκριμένη θεωρία τοποθετεί στο επίκεντρο το μαθητή. Ο μαθητής έχει την ευθύνη της «αυτοδιδασκαλίας» του, με άλλα λόγια πρέπει ο ίδιος μέσα από μια σειρά προκαθορισμένων εναλλακτικών να επιλέξει τι και πώς θα μάθει σε κάθε δεδομένη στιγμή.
Το παραπάνω καθίσταται δυνατό αν λάβουμε υπόψη μας πως, σύμφωνα με τη Μοντεσσόρι, το κάθε παιδί έχει κλίση στη μάθηση άμα τη γεννήσει. Με άλλα λόγια, το παιδί είναι «προγραμματισμένο» να μαθαίνει μέσα από το κάθε τι που συναντά γύρω του, επομένως αυτό που πρέπει ο δάσκαλος να έχει κατά νου είναι η σωστή επιλογή δραστηριοτήτων ώστε το παιδί να αναπτύξει αυθόρμητα τις ικανότητές του.
Οι επιλογές που θα δώσει ο δάσκαλος στο παιδί μέσα στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό μοντέλο αποτελούν αυτό που η Μοντεσσόρι ονομάζει «προετοιμασμένο περιβάλλον» (preparedenvironment). Με άλλα λόγια, ένας ευρύτερος χώρος όπου το παιδί μπορεί να κάνει πράγματα μόνο του. Τα υλικά, τα παιχνίδια, τα βιβλία, οι χειροτεχνίες βρίσκονται εκεί για το παιδί ώστε να τα επιλέξει και μόνο του να μάθει μέσα από αυτά.
Τι θα μάθει και πώς θα το μάθει το παιδί; Εδώ εισάγεται ο όρος «περίοδοι ευαισθησίας» (sensitiveperiods), δηλαδή περίοδοι κατά τις οποίες είναι πιο «ανοιχτό» το παιδί στην εκμάθηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Ο δάσκαλος καλείται να αναγνωρίσει αυτές τις περιόδους για κάθε παιδί και να παράσχει τα κατάλληλα «εργαλεία» για ανάπτυξη της εκάστοτε δεξιότητας.
Ποιος λοιπόν ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε ένα τέτοιο παιδαγωγικό μοντέλο; Πρόκειται, όπως λένε οι επικριτές του, για ένα υπερβολικά ελεύθερο περιβάλλον όπου το παιδί δε μαθαίνει τα όρια; Και τέλος, δίνει υπερβολική έμφαση σε χειρωνακτικές εργασίες εις βάρος της εκμάθησης «παραδοσιακών» , και φυσικά απαραίτητων, δεξιοτήτων όπως η γραφή και η ανάγνωση;
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε ένα μοντεσσοριανό σχολικό περιβάλλον είναι πολλαπλός, όμως σίγουρα δεν περιλαμβάνει τη «διάλεξη» όπως γίνεται στο παραδοσιακό σχολείο, με το δάσκαλο-παντογνώστη να μεταφέρει τη γνώση και τους μαθητές να καλούνται να την απορροφήσουν αν και όπως μπορούν. Ο εκπαιδευτικός εδώ είναι παρατηρητής: όπως προείπαμε, καλείται να αναγνωρίσει τις περιόδους ευαισθησίας και να παράσχει τα κατάλληλα εργαλεία, καλείται να παρατηρεί συμπεριφορές και να ωθεί τα παιδιά με απρεπή συμπεριφορά σε δραστηριότητες με νόημα που θα τα βοηθήσουν να εκτονώσουν την ενέργεια και τη δημιουργικότητά τους. Ακόμα ο δάσκαλος εδώ είναι αυτός που ενθαρρύνει τα παιδιά στην αυτενέργεια, την αυτονόμηση και την αυτοδιδασκαλία, με το να τους δείχνει εμπιστοσύνη και να τα παρακινεί. Τέλος, είναι αυτός που παρέχει τα υλικά που βοηθούν στη γνώση. Μέσα από την παρατήρηση καταλαβαίνει πότε το κάθε παιδί είναι έτοιμο για να γνωρίσει ένα καινούριο υλικό και είναι υπεύθυνος για τη γνωριμία αυτή και τη σωστή προσέγγιση ώστε το παιδί να εκμεταλλευτεί το εκάστοτε υλικό σωστά και να οδηγηθεί στη γνώση.
Συνεπώς, μέσα από τα παραπάνω είδαμε ότι το παιδί δεν είναι «υπερβολικά ελεύθερο» σε ένα μοντεσσοριανό περιβάλλον, καθώς βρίσκεται συνεχώς υπό την επιτήρηση του εκπαιδευτικού, ο οποίος έχει ρόλο παρατηρητή, βοηθού, ενθαρρυντή.
Κλείνοντας, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε στο δεύτερο σκέλος της κριτικής, το οποίο έχει να κάνει με τις προτεραιότητες που δίνονται σε ορισμένες δεξιότητες εν αντιθέσει με άλλες. Εδώ θα επισημάνουμε πως στόχος του συγκεκριμένου μοντέλου δεν είναι η στείρα γνώση κάποιων αντικειμένων (γλώσσα, μαθηματικά, κοκ), αλλά η απόκτηση δεξιοτήτων που θα συνοδεύουν το παιδί σε όλη τη μετέπειτα σχολική και ενήλικη ζωή του. Όπως η ίδια η Μοντεσσόρι γράφει, τα παιδιά λαμβάνουν «την αγωγή των αισθήσεων, την αγωγή των μυών, την αγωγή της ευφυΐας, την αγωγή των συναισθημάτων και την ηθική της βούλησης».
Συμφωνεί κανείς λοιπόν ή όχι με τις μεθόδους της, κανείς δε μπορεί να αρνηθεί πως η γυναίκα αυτή αφιέρωσε τη ζωή της στην ολοκληρωμένη εκπαίδευση των παιδιών και το έργο της αποτελεί παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές εκπαιδευτικών. Όλη της η αγάπη για τα παιδιά και η πίστη στις ικανότητές τους συνοψίζονται στις παρακάτω φράσεις της: «Το παιδί είναι σαν μια πεταλούδα στον άνεμο. Μερικά μπορούν να πετάξουν πιο ψηλά από άλλα, αλλά καθένα πετάει όσο καλύτερα μπορεί. Γιατί να τα συγκρίνουμε μεταξύ τους; Καθένα είναι διαφορετικό. Καθένα είναι ξεχωριστό. Καθένα είναι υπέροχο.»
«Αυτό που συμβαίνει είναι ότι μεγαλώνοντας τα παιδιά τα εκπαιδεύουμε προοδευτικά από τη μέση και πάνω. Επικεντρώνουμε στο κεφάλι τους.
Και ελαφρώς προς τη μία μεριά ,την αριστερή, δηλαδή καλλιεργούμε τη λογική (αναλυτική σκέψη, γλώσσα, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες). Δεν υπάρχει ούτε ένα εκπαιδευτικό σύστημα στον πλανήτη που να διδάσκει καθημερινά π.χ χορό στα παιδιά με τον τρόπο που διδάσκονται τα μαθηματικά. Γιατί; Γιατί όχι; Όλοι έχουμε σώματα. Δεν έχουμε;» ( Κεν Ρόμπινσον)
Η μονόπλευρη εκπαίδευση του μυαλού είναι αναποτελεσματική και βαρετή αν δεν φροντίσουμε παράλληλα την εκπαίδευση του σώματος και κατ’ επέκταση της ψυχής. Η κυρίαρχη τάση είναι να χρησιμοποιούνται τα σωματικά μέρη ενός παιδιού (μάτια, αυτιά ,χέρια , πόδια ,στόμα) ως βοηθητικά μόνο εργαλεία που υπηρετούν αποκλειστικά έναν σκοπό: ως πύλες εισόδου και άμεσης μεταφοράς της πληροφορίας στο μυαλό. Με αυτό τον τρόπο όμως χάνονται στη διαδρομή πολλά από τα πιο πολύτιμα συστατικά της μάθησης ,τα συναισθήματα. Και τα συναισθήματα πολλές φορές γεννιούνται και κατοικούν στο σώμα. Το σώμα λοιπόν δεν είναι μόνο ο διακομιστής πληροφοριών στο μυαλό αλλά και ο γεννήτορας συναισθημάτων.
Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τα σώματα ελάχιστα συμμετέχουν στην διαδικασία της μάθησης. Η εικόνα των ακίνητων σωμάτων των μαθητών, των καρφωμένων πάνω στα θρανία, με τα ναρκωμένα μυαλά που παθητικά παίρνουν από το δάσκαλο τη δόση τους σε τυποποιημένη γνώση είναι τελείως αναχρονιστική και σίγουρα δεν προσφέρει πολύπλευρη και ολιστική εκπαίδευση. Οι εικαστικές τέχνες, ο χορός , το θέατρο, η κίνηση, η μουσική, η άθληση έχουν μια δευτερεύουσα αξία και θεωρούνται υποδεέστερες από τα ακαδημαϊκά μαθήματα (γλώσσα, μαθηματικά ,φυσική, αρχαία, ιστορία…) , κάτι που προβληματίζει καθώς αποτελούν εξίσου υπερπολύτιμες πηγές γνώσεων και συναισθημάτων. Φυσικά κυριαρχούν οι υπεραπλουστεύσεις, λόγω της χρησιμοθηρικής αντιμετώπισης της εκπαίδευσης, του τύπου: «Γιατί να κάνεις χορό αν δεν πρόκειται να γίνεις χορευτής; Γιατί να ασχοληθείς με τις τέχνες αφού δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις καλλιτέχνης;»
Αλήθεια μήπως εδώ μας ξεφεύγει και κάτι ακόμα; Ότι κατά την εφηβεία οι μαθητές, εκτός των άλλων αλλαγών, αποκτούν ένα νέο σώμα και ότι είναι απαραίτητο να το αποδεχτούν και να μάθουν πώς να το χειρίζονται και να εκφράζονται μέσα από αυτό. Ως προς αυτό, όμως, ελάχιστη βοήθεια μπορούν να προσφέρουν τα ακαδημαϊκά μαθήματα.
Στο ελληνικό σχολείο η σωματική-κιναισθητική νοημοσύνη είναι τελείως παραμελημένη και αυτό έχει ως αποτέλεσμα , εκτός από την έλλειψη ενδιαφέροντος για τη γνώση, και τη δυσκολία που έχουν οι μαθητές να εκφραστούν σωστά ,τόσο λεκτικά όσο και σωματικά. Και τι άλλο είναι η έκφραση από μια διαδρομή λέξεων και εννοιών με όχημα τα συναισθήματα και με φορά από το μυαλό προς το σώμα. Όταν όμως τα συναισθήματα δεν έχουν ανοίξει το δρόμο εισερχόμενα πως μπορούν να ακολουθήσουν την αντίθετη διαδρομή εξερχόμενα;
Στον παρακάτω φανταστικό διάλογο τα ίδια τα παιδιά δίνουν τις απαντήσεις ,σχετικά με το ρόλο που θα μπορούσαν τα σώματά τους να έχουν.
Γιατί τα παιδιά έχουν χέρια ;
Σχολείο : Μα φυσικά για να γράφουνε.
Παιδί : Λάθος. Με τα χέρια μου εκτός από τα να γράψω μπορώ να ζωγραφίσω, να κάνω γλυπτική, να τα λερώσω με χώματα, να πιάσω άλλα χέρια και να κάνω μεγάλες αγκαλιές, να βάλω καλάθι, να κάνω κουκλοθέατρο, να φτιάξω κολλάζ, να μαζέψω τα σκουπίδια στο προαύλιο του σχολείου, να κόψω στη μέση την τυρόπιτά μου για την φίλη μου που δεν έχει κολατσιό, να μαζέψω λουλούδια για τη δασκάλα μου, να τα απλώσω για εκείνο το παιδάκι που ήρθε από αλλού και δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα και αφού τα κάνω όλα αυτά να μετράω με τα δάχτυλα τις χαρές που μου δίνει το σχολειό.
Γιατί τα παιδιά έχουν πόδια;
Σχολείο: Για να πηγαινοέρχονται στο σχολείο. Παιδί: Πέρα από το να πηγαίνω στο σχολειό μπορώ να χορέψω , να τρέξω από χαρά, να μου θυμίζουν να μην κλωτσάω τις ευκαιρίες, να απομακρύνομαι από τις κακοτοπιές, να βάλω το γκολ της ημέρας, να μάθω να στέκομαι στα δικά μου πόδια και να μην το βάζω στα πόδια όταν τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως, να βρω τη δική μου περπατησιά και όχι να ακολουθώ τις πατημασιές των άλλων, να μάθω να ξεγλιστρώ και να μην γλιστρώ, και να πιστέψω ότι η μαγκιά είναι όχι να μην πέφτεις ποτέ αλλά να μπορείς να ξανασηκώνεσαι.
Γιατί τα παιδιά έχουν στόμα;
Σχολείο: Για να λένε το μάθημα απέξω.
Παιδί: Όχι μόνο για να λέω το μάθημα αλλά και για να τραγουδώ με την ψυχή μου, να απαγγέλω ποίηση, να λέω το ρόλο μου στο θέατρο, να φωνάζω για να διώξω τους νταήδες, να συζητώ , να γελώ δυνατά , να λέω τη γνώμη μου, να παίρνω το λόγο όταν πρέπει, να μάθω να το κρατάω κλειστό όταν πρέπει, να περιγράφω τα συναισθήματά μου, να μένω με αυτό ανοικτό όταν με εκπλήσσουν αυτά που διδάσκομαι.
Γιατί τα παιδιά έχουν μάτια;
Σχολείο: Για να βλέπουν στον πίνακα.
Παιδί: Αυτό είναι το λιγότερο. Έχω μάτια για να μπαίνει μέσα μου το φως του κόσμου , να μην κάνω ότι δεν βλέπω, να τα στρέφω αλλού άμα δεν αξίζει τον κόπο, να απολαμβάνω το θέατρο, το σινεμά και όλα τα θεάματα, να τα έχω ανοικτά και δεκατέσσερα για να μην με ξεγελάνε, να καθρεφτίζομαι στα μάτια των άλλων για να μετράω τον εαυτό μου , να τα ανοίγω διάπλατα από την ομορφιά του κόσμου , να τα σηκώνω ψηλά στα αστέρια την νύχτα και στον ουρανό τη μέρα, να ατενίζω την αγάπη μου τη θάλασσα, να κοιτάζω τους άλλους στα μάτια αλλά και καμία φορά να τα κατεβάζω από ντροπή, να μην τα στρέφω αλλού όταν κάποιοι υποφέρουν ή έχουν ανάγκη από βοήθεια ,να βλέπω τις ομορφιές αλλά και τις ασχήμιες αυτού του κόσμου, να κλείνω μόνο το ένα σε όποιον με καταλαβαίνει και να βλέπω πάντα μπροστά και το ποτήρι μισογεμάτο.
Γιατί τα παιδιά έχουν αυτιά ;
Σχολείο: Για να ακούνε τη φωνή του δασκάλου.
Παιδί: Όχι μόνο για να ακούω την φωνή του δασκάλου αλλά και των συμμαθητών μου, να ακούω ιστορίες σαν παραμύθια, , να αφουγκράζομαι το πως νιώθει ο άλλος από τη φωνή του, να ακούω για τις ομορφιές ,τα παράξενα αλλά και τα άσχημα αυτού του κόσμου, να τα έχω πάντα ανοιχτά για να μην μου ξεφεύγει τίποτα, να ακούω τη μουσική του κόσμου, να μην κάνω ότι δεν άκουσα ,για να τα κλείνω στις διάφορες σειρήνες που προσπαθούν να με ξεγελάσουν, να ακούω τους συναγερμούς που είναι πιθανόν να με σώσουν. Επίσης να μάθω να ακούω, είναι πολύ βασικό.
Γιατί τα παιδιά έχουν μυαλό;
Σχολείο: Για να αποθηκεύουν τη γνώση.
Παιδί: Το μυαλό μου δεν είναι αποθήκη, είναι κόμβος ,είναι δίαυλος που από εκεί περνάνε οι εικόνες , οι λέξεις, οι ήχοι , οι έννοιες , τα συναισθήματα από και προς όλο μου το σώμα. Και γι’ αυτό βάλτε το καλά στο νου σας ,ότι ο στόχος μου δεν είναι να το στοιβάξω με πληροφορίες αλλά να το κρατάω πάντα ανοιχτό και σε κίνηση. Βοηθός μου σε αυτό; Το σώμα μου.
ΦΟΒΑΜΑΙ
Το φαινόμενο του παιδιού που φοβάται δεν είναι καθόλου σπάνιο. Τα παιδιά συχνά φοβούνται φανταστικά πράγματα, όπως τα φαντάσματα, πως κάτι είναι κρυμμένο στην ντουλάπα του ή κάτω από το κρεβάτι και τόσα άλλα.
Καταλαβαίνοντας το ΠΑΙΔΙ το ΓΟΝΙΟ την ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Κάποιες φορές τα παιδιά έχουν φόβους γιατί δεν τα βοηθούμε να διαχειριστούν «το άγνωστο». Οι φόβοι γίνονται μεγαλύτεροι όταν κοροϊδεύουμε, ή καθησυχάζουμε. Δεν είναι δουλειά μας να προστατεύουμε το παιδί από κάθε ανησυχία στη ζωή. Αν κάνουμε κάτι τέτοιο δεν αναπτύσσει την ικανότητα να λύνει τα προβλήματά του μόνο του. Ο φόβος πολλές φορές δημιουργείται από τη σκέψη ότι δεν θα έχω αυτό που θέλω ή όταν λείπουν η αγάπη, η πίστη, η εμπιστοσύνη και η συνεργασία. Όπως όλα τα συναισθήματα δημιουργείται από τις σκέψεις που προηγούνται. Καλό είναι λοιπόν να επέμβουμε στις σκέψεις που τον δημιουργούν. Αυτό βέβαια δεν είναι πολύ εύκολο όταν έχουμε να κάνουμε με παιδιά και ιδιαίτερα με νήπια. Χρειάζεται λοιπόν οι γονείς να ελέγξουν τα δικά τους συναισθήματα ώστε να κατανοήσουν ποιος είναι ο στόχος της συμπεριφοράς του παιδιού.
Αν ο γονιός αισθάνεται ενόχληση, ανησυχία, εκνευρισμό, ή ενοχή ο στόχος του παιδιού είναι να τραβήξει τη προσοχή. Αισθάνεται δηλαδή ότι είναι σημαντικό μόνον όταν οι άλλοι ασχολούνται μαζί του. Για παράδειγμα έχουμε ένα παιδί που έχει συνεχώς την προσοχή των άλλων και ξαφνικά βρίσκεται μόνο του σ’ ένα δωμάτιο. Επιδιώκει με κάθε μέσο να έχει πάλι τη προσοχή. Προβάλει λοιπόν κάποιες φορές τον φόβο για να πετύχει το ζητούμενο
Όταν ο γονιός αισθάνεται θυμό, απειλή, ή νοιώθει νικημένος, ο στόχος του παιδιού είναι να περάσει το δικό του. Νοιώθει δηλαδή ότι έχει τον έλεγχο όταν κανένας δεν μπορεί να το κάνει να κάνει κάτι με το ζόρι. Βάζουμε π.χ. ένα παιδί να κοιμηθεί και αυτό δεν θέλει. Επιδιώκει λοιπόν να κάνει αυτό που επιθυμεί που είναι το να μην κοιμηθεί.
Όταν αντίθετα ο γονιός νοιώθει απογοητευμένος, αποθαρρημένος ή θλιμμένος το παιδί συνήθως νοιώθει ότι δεν ανήκει και αποφασίζει να πονέσει του άλλους όπως πονά και το ίδιο. Ένα παιδί π.χ. που έχει μόλις αποκτήσει ένα αδελφάκι, πιστεύει κάποιες φορές ότι δεν ανήκει πλέον δεν είναι επιθυμητό ή αγαπητό. Αυτό το κάνει να υποφέρει και να πονά συναισθηματικά. Αποφασίζει λοιπόν να πονέσει και τους γύρω του δημιουργώντας καταστάσεις που ικανοποιούν την πεποίθησή του. «Έτσι κι αλλιώς εγώ υποφέρω να υποφέρεται και εσείς μαζί μου».
Αφού διερευνήσουμε λοιπόν τα πιο πάνω ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
1.Μη γελάτε ή μικραίνετε τους φόβους του.
2.Ακούτε με προσοχή όταν σας μιλάει γι’ αυτό που φοβάται και αναγνωρίστε το συναίσθημά του. Αρκετές φορές αρκεί το παιδί καταλάβει πως κατανοήσατε το « πώς» νοιώθει και είναι αρκετό για να μειωθεί ο φόβος του.
3.Ψάξτε μαζί του τρόπους που θα το βοηθήσουν τη στιγμή που φοβάται. Ένα αναμμένο φως π.χ. ή ένα αρκουδάκι αγκαλιά μπορεί να είναι βοηθητικό. Το να του λύσετε το πρόβλημα παίρνοντάς το ας πούμε να κοιμηθεί μαζί σας είναι ένας τρόπος να του πείτε πως δεν είναι ικανό να λύσει μόνο του τα προβλήματά του.
4.Ενθαρρύνετε το παιδί να διαχειριστεί το φόβο του βήμα – βήμα. Αν φοβάται το σκοτάδι, βάλτε ένα μικρό φως στο δωμάτιο. Αν νομίζει πως υπάρχουν τέρατα στη ντουλάπα, ψάξτε μαζί του.
5.Κάποιες φορές οι παιδικοί φόβοι είναι παράλογοι και τα παιδιά δεν μπορούν να τους περιγράψουν. Μπορεί απλά να χρειάζονται την υποστήριξή σας μέχρι να φύγει ο φόβος. Προγραμματίζοντας το μέλλον
1.Υπάρχουν εξαιρετικά βιβλία που ασχολούνται με το θέμα των φόβων που μπορείτε να τα διαβάζεται μαζί με τα παιδιά.
2.Εάν υπάρχει κάποιο τρομακτικό έργο στη τηλεόραση και το παιδί θέλει να το δει συζητήστε μαζί του πριν την ώρα της προβολής για το αν είναι καλή η ιδέα να το δει.
3.Αν το παιδί σας είναι πολύ φοβιτσιάρικο μπορεί να έχετε συμβάλει σημαντικά με το να του λέτε συνεχώς τους δικούς σας φόβους για την κοινωνία, για τους «κακούς ανθρώπους» κπλ. Άλλος λόγος μπορεί να είναι ότι επιμένετε να κάνει πράγματα πριν να είναι έτοιμο να τα κάνει.
Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν ότι είναι απολύτως φυσικό να φοβούνται αρκεί ο φόβος τους να μην τα ακινητοποιεί. Ακόμη χρειάζεται να ξέρουν πως είστε πάντα εκεί για να τα ανακουφίσετε.
ΕΡΑΤΩ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΑΚΗ www.allazo.gr
Ας πούμε πως αγοράζουμε ένα κινητό. Και έστω πως το ανοίγουμε, αφού το έχουμε φορτίσει και… δεν βλέπουμε τίποτα! Δηλαδή όταν λέμε τίποτα, τίποτα απολύτως! Μα δώσαμε 180,200, 650 ευρώ συν ΦΠΑ για να το ανοίξουμε και να μην έχει τίποτα φορτωμένο πάνω του; Καμία εφαρμογή; Ε, τότε τι δώσαμε για να πάρουμε πίσω;
Ε, κάπως έτσι το είχε δει το έργο ο Νόαμ Τσόμσκι όταν το 1957 είχε εισάγει την λεγόμενη « Γενετική- μετασχηματιστική γνώση». Με άλλα λόγια, αυτό που λέει ο Τσόμσκι είναι πως « δεν υπάρχει περίπτωση να γεννηθούμε χωρίς να έχουμε μερικά στοιχεία γνώσης ,φορτωμένα στον σκληρό μας δίσκο», ενσωματωμένα στο DNA μας.
Σε αυτήν την ιδέα αντιστέκονται αυτοί που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε « εμπειριστές», αυτούς δηλαδή που πιστεύουν πως η γλώσσα πάντα μαθαίνεται. Ο Τσόμσκι έχει υποστηρίξει όμως πως τα παιδιά γεννιούνται με μια μηχανή απόκτησης γλώσσας η οποία μετατρέπει όλους τους κανόνες με τους οποίους έρχεται σε επαφή ένα παιδί, στην βασική γραμματική που χρησιμοποιούμε όλοι μας. Ο μεγάλος γλωσσολόγος έχει διατυπώσει την άποψη πως η ταχύτητα με την οποία ένα παιδί μαθαίνει να μιλάει και να χρησιμοποιεί την γλώσσα αρκετά γρήγορα μετά την γέννησή του, δεν αφήνει περιθώρια στον ερευνητή – επιστήμονα να διατυπώσει μια διαφορετική άποψη πέρα από αυτήν που λέει πως δεν είναι επίκτητη η γνώση που αποκτά ένα παιδί αλλά έμφυτη.
Οι εμπειριστές βέβαια στηρίζουν την δική τους άποψη στην χρήση των αισθήσεων. Όλη η γνώση προέρχεται από το βίωμα. Σε αυτό στηρίζονται επάνω στην διατύπωση του Τζον Λοκ που λέει πως « δεν υπάρχει έμφυτη γνώση». Ο Τσόμσκι επάνω σε αυτό ήρθε να αντιπαραβάλλει την δυνατότητα που έχουν οι άνθρωποι, και οι γλώσσες κατά προέκταση, να δημιουργούν καινούργιες έννοιες με βάση έναν πεπερασμένο, ελάχιστο κατ’ άλλους πλαίσιο κανόνων. Για να το πούμε πιο απλά, εκεί επάνω πολλές φορές στηρίζεται ο Μπαμπινιώτης και διαμορφώνει καινούργιες έννοιες οι οποίες πρέπει να μείνουν στον κόσμο και στην γλώσσα και να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το άρθρο που είχε δημοσιεύσει το 1997 στο « Βήμα της Κυριακής» οριοθετώντας την χρήση του όρου « Διαδίκτυο» αντί του Ίντερνετ.
Για να καταλήξουμε κάπου. Όντως το κινητό, ή ο υπολογιστής που αγοράσαμε στην αρχή του κειμένου πρέπει να έχει εκτός από ρεύμα ή μπαταρία, και ένα λειτουργικό σύστημα. Ο Τσόμσκι έρχεται να υποστηρίξει ακριβώς αυτό, πως οι άνθρωποι έχουν ένα λειτουργικό σύστημα, ένα Disc Operation System που τους οδηγεί από κει και πέρα στη γνώση, όσο την φτάσουν, και όσο την επεκτείνουν. Οι διαφωνούντες πάντα μπορεί να υπάρχουν. Προσωπικά τείνω προς την άποψη του Τσόμσκι, όχι μόνο από θαυμασμό προς το μεγαλύτερο πολιτικό πνεύμα του καιρού μας, αλλά και εκτιμώντας τον άνθρωπο που αποδεδειγμένα πήγε την γνώση ένα βήμα παραπέρα.
Όταν ξεκίνησε το όμορφο αυτό ταξίδι που ονομάζεται ζωή αισθανόμουν μια σιγουριά για όλα όσα έβλεπα και ένοιωθα. Έβγαινα έξω να παίξω μπάλα, άκουγα ροκ μουσική, διάβαζα όλα μου τα μαθήματα, ακόμα και εκείνα που σκυλοβαριόμουν και με έκαναν να θέλω να πετάξω το βιβλίο από το παράθυρο. Γενικά, δεχόμουν τα πάντα αβίαστα, ακόμα και μια σκληρή και άδικη κριτική ως κάτι το «φυσιολογικό». Δεν με πείραζε τίποτα και κανένας.
Όσο όμως άρχισα να μεγαλώνω αισθάνομαι ότι όλα αυτά αλλάζουν. Όλες οι σκέψεις και ιδέες που είχα για όσα θεωρούσα δεδομένα αρχίζουν να ανατρέπονται η μια μετά την άλλη. Το ήρεμο σκηνικό που υπήρχε ήδη στη ζωή μου έδωσε θέση σε ένα κλίμα έντασης και αμφισβήτησης, μια τάση για ανατροπή της «ασφάλειας» που ένοιωθα πριν λίγα χρόνια. Όλη αυτή η εσωτερική «έκρηξη» που συμβαίνει μέσα μου είναι κάτι που νοιώθω για πρώτη φορά.
Αυτό το κύμα που σαρώνει το μυαλό μου έχει δύο κυρίαρχα στοιχεία. Το πρώτο είναι η κατάρρευση των παλαιών προτύπων. Άρχισα να αμφισβητώ τα πάντα, ακόμα και τους γονείς μου που θεωρούσα ως ήρωες μέχρι τότε. Πιστεύω πλέον ότι το σχολείο είναι ένας χώρος που παρέχει στείρες γνώσεις και πληροφορίες αντί να διαμορφώνει σκεπτόμενα άτομα που θα έχουν άποψη για ότι τους «καίει». Στο σχολείο έρχομαι πολλές φορές σε κόντρα με τον καθηγητή, ειδικά στο μάθημα της Ιστορίας που το παίζει και ξερόλας. Αισθάνομαι ότι καθετί έχει και μια άλλη οπτική γωνία που αγνοούσα μέχρι τότε.
Από την άλλη διψάω για αλλαγές. Θα ήθελα να αλλάξω τα πάντα. Τους γονείς μου, το σχολικό περιβάλλον, του φίλους μου, την κοινωνία γενικότερα. Ξέρω ότι πρέπει να τα αλλάξω. Για την ακρίβεια είμαι σίγουρος μπορώ να «διορθώσω» ότι εγώ πιστεύω ότι είναι «λάθος».
Αλλά έχω μια βασική απορία. Δεν ξέρω το πώς.Πίστευα ότι με τη θέληση και μόνο θα μπορούσα να πετύχω αυτό που θέλω. Όμως δεν καταλάβαινα ότι για να αλλάξω τον κόσμο έπρεπε να αλλάξω εγώ πρώτα. Και η αλλαγή είναι κάτι που πάντα προκαλεί αντιδράσεις, εσωτερικές και εξωτερικές και πολλές φορές μπορεί να προκαλέσει πόνο. Και σίγουρα μπορεί να φαίνεται ενδιαφέρουσα σε πολλούς, λίγοι όμως θα είναι αυτοί που θα θελήσουν να κάνουν θυσίες έτσι ώστε να την πραγματοποιήσουν.
Έτσι έφτασα στο συμπέρασμα ότι η επιθυμία για αλλαγή υπάρχει αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Θέλει τόλμη και θυσίες για να μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι τελικά. Δεν είναι τυχαίο οτι οι μεγάλες αλλαγές πραγματοποιούνται πάντοτε από τους λίγους, τους «τρελούς», αυτούς που κάποιοι φωνάζουν «αλήτες». Και για να είναι η αλλαγή πετυχημένη έχουμε ευθύνη και ο καθένας μας ξεχωριστά. Και είναι σίγουρο ότι μόνο αν αλλάξουμε εμείς πρώτα μπορούμε να πιστεύουμε και να ονειρευόμαστε κάτι πολύ καλύτερο.
Ας το καλό! Καλοκαίρι είναι αυτό;15 Ιουνιου τελείωσα με το σχολείο 20 αρχίσαμε το φροντιστήριο. Γιατί ; Για να περάσω στο Πανεπιστήμιο. Τρίτη Λυκείου βλέπεις και ο στόχος (όχι ο δικός μου, των γονιών μου) να περάσω σε μια καλή σχολή, να έχω λεφτά και να ζω πλουσιοπάροχα. Έτσι είπε η μαμά και συμφώνησε και ο μπαμπάς. “Ένα καλοκαίρι είναι μωρέ. Επενδύεις για να έχεις αργότερα.” Και το κήρυγμα συνεχίζεται βεβαίως βεβαίως . “Η μόνη σου δουλειά είναι να διαβάζεις. Τώρα που δεν έχεις έγνοιες. Δεν θα πάθεις τίποτα αν χάσεις και μερικά μπάνια. Αξίζει τον κόπο. “
Ρε με δουλεύουν; Μιλάνε σοβαρά ; Να χάσω ένα καλοκαίρι για να σερβίρω αργότερα καφέ με το πτυχίο μου για δίσκο; Και δεν είναι ένα οποιοδήποτε καλοκαίρι ..Μάνα τελειώνει η εφηβεία μου μαζί με το σχολείο και εγώ το μόνο που θέλω είναι να το ζήσω. Και εδώ που τα λέμε δεν ξέρω τι θέλω να σπουδάσω γιατί δεν ξέρω τι θέλω να γίνω. Όχι ότι με ρώτησαν. Όχι ότι με βοήθησαν να μάθω. Αυτοί ξέρουν καλύτερα από μένα. Ναι βλέπεις είναι μεγάλοι και γνωρίζουν τι μου ταιριάζει. Γιατρός, δικηγόρος, καθηγητής τέτοια απλά πράγματα.. Τώρα αν εγώ γυρίσω και τους πω ότι θέλω να γίνω τραγουδίστρια ή ζωγράφος θα με κοιτάνε σαν εξωγήινο και θα ζήσω live το 10′ κήρυγμα με πρωταγωνιστή εμένα.. Θα το μάθει και η θεία από το χωριό και θα ζητήσει από την μάνα μου να πάει να με διαβάσει κανένας παπάς. Η μάνα μου θα αρχίσει τα γνωστά για τις κακές παρέες τύπου “Ποιος σου τα έμαθε αυτά;” Και θα φτάσουν τα νέα μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας που μένει η γιαγιά. Δηλαδή πανελληνίως ρεζίλι που δε θέλω να σπουδάσω. Όχι ρε συ δε θέλω να σπουδάσω. Να θυσιάσω το τελευταίο μου καλοκαίρι για να γίνω μετά επαγγελματίας άνεργος και να ψάχνω πως θα βουλευτώ σε καμία θεσούλα στο Δημόσιο; Δηλαδή ή επαγγελματίας άνεργος ή επαγγελματίας τεμπέλης; Έτσι δεν τους λέτε όταν επιστρέφετε από τις υπηρεσίες σας; Και τους στολίζετε πατόκορφα γιατί είναι άχρηστοι και μπήκαν με μέσο. Αυτό θέλετε να λένε και για μένα αύριο; Να με βρίζουν;
Γονείς να σου πετύχουν. Και να έλεγα ότι θα σπουδάσω και θα πληρώνομαι για τη δουλειά μου δε θα γκρινιάζω τόσο. Αλλά αφού σας ακούω να διαμαρτύρεστε ότι εσείς που έχετε πτυχία δουλεύετε για τρεις και εξήντα. Και γκρινιάζετε όλη μέρα.. Άρα πρέπει και εγώ να γίνω μίζερος;
Δε θέλω να γίνω τίποτα που δεν μ’ αρέσει. Αφήστε με ήσυχη να επιλέξω ό,τι θέλω. Μέχρι τώρα αποφασίζετε εσείς για μένα χωρίς να με ρωτήσετε. Αλλά ναι ξέχασα είμαι μικρή για να έχω άποψη. Μεγάλη όμως για να φροντίζω την τρίχρονη αδερφή μου όταν φεύγετε ταξίδι. Καιρός να αποφασίσω εγώ για εμένα. Στην τελική και να διαβάσω δεν θα περάσω εκεί που θέλω (εεε εκεί που θέλουν ). Αφού θα βάλουν δύσκολα θέματα. Τους ακούω κάθε Μάη στα κανάλια. “Πεταμένα λεφτά ρε μάνα θα δώσουμε. Θα πέσουμε θύμα του συστήματος. ..Του κατεστημένου .” Αυτά της λέω και μετά τρέχει να με ξεματιάσει και κατηγορεί τον πατέρα μου ότι με έκανε αριστερό και θα γίνω καταληψίας σαν και αυτόν Άσε με ρε μάνα που δεν έχω συμμετάσχει σε κατάληψη της προκοπής γιατί φοβήθηκες μην μου βγει το όνομα και πάρω ναρκωτικά. “Όσο είσαι ανήλικος φέρουμε την ευθύνη σου. “Τάξις και ηθική…Έτσι λοιπόν μέχρι να μεγαλώσω (να το αποφασίσουν δηλαδή) λέω να πάω και να βρω μερικά pokemon… Δεν μεγάλωσα και τόσο δα…Μικρή είμαι ακόμα…
Το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου ιδρύθηκε το 1908. Στο Βόλο από καιρό είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ένα γενικότερο ενδιαφέρον για τη μόρφωση. Ο ίδιος ο Δήμος προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις ανάγκες της κοινωνίας για ανώτερη μόρφωση όσων κοριτσιών δεν ήθελαν να ακολουθήσουν το δασκαλικό επάγγελμα,δημιούργησε και το Ανώτερο παρθεναγωγείο του οποίου εμπνευστής υπήρξε ο Δημήτρης Σαράτσης.Διευθυντής του Παρθεναγωγείου προτάθηκε να είναι ο Αλέξανδρος Δελμούζος, του οποίου η φήμη και τα θαυμάσια παιδαγωγικά του άρθρα υπήρξαν δημοφιλή στο Βόλο.
Απώτερος σκοπός του Παρθεναγωγείου ήταν τα κορίτσια ορισμένης κοινωνικής τάξης. Ήθελαν να μορφώνονται σε αυτό «Ελληνίδες με θετικό και φωτισμένο μυαλό, που ναναι σε θέση να στήσουν αργότερα ένα σπίτι νοικοκυρεμένο και να μορφώσουν τα παιδιά τους, όπως πρέπει.»
Το πρόγραμμά του, λοιπόν, βασίστηκε στα εξής:
α) 3χρονη σχολική περίοδος, η οποία αποτελούνταν από περιορισμένα ιστορικοφιλολογικά μαθήματα, με περισσότερο βάρος στα φυσιογνωστικά, τα τεχνικά και πρακτικά,
β) γνωριμία με τον ελληνικό πολιτισμό, στις τρεις μεγάλες περιόδους του, την αρχαία,την βυζαντινή και την νεώτερη, βάση, όμως, ο νέος Ελληνισμός. Άμεσος και κύριος σκοπός του Α.Δ.Π. ήταν η δημοτική γλώσσα. Έπρεπε να την μάθουν οι μαθήτριες, ώστε να είναι σε θέση να εκφράζουν προφορικά και γραπτά ολόκληρο τον ψυχικό τους κόσμο. Κοντά στη δημοτική διδάσκονταν και η καθαρεύουσα, με σκοπό, όχι μόνο να την καταλάβουν, αλλά και να την γράφουν στην απλούστερή της μορφή. Πρώτα, όμως,άρχιζε η διδασκαλία της δημοτικής, η οποία ήταν και το μόνογλωσσικό όργανο της διδασκαλίας.
Επέμενε αρκετά στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης, ώστε οι μαθήτριες να κατανοούν τα βασικά ιερά κείμενα. Οι Έλληνες κλασικοί διδάσκονταν από μετάφραση στη Β’ και Γ’ τάξη. Ελάχιστα κείμενα διδάσκονταν από το πρωτότυπο και αυτό με τρόπο πρακτικό.Τα θρησκευτικά αποτελούσαν χωριστό κύκλο, με κέντρο τη ζωή και τη διδασκαλία του Χριστού. Τα δυο πρώτα χρόνια, η εργασία γίνονταν από τα παιδιά πάνω στις άμεσες πηγές, στα τρία πρώτα ευαγγέλια και προσπάθεια ήταν να ζήσουν την ουσία του χριστιανισμού. Τον τρίτο χρόνο διδάσκονταν οι Πράξεις των Αποστόλων και το μάθημα έκλεινε με στοιχεία της Λειτουργικής.
Στα φυσικομαθηματικά άρχιζαν από τις πρώτες βάσεις, με περιορισμένο υλικό. Από τα τεχνικά και πρακτικά μαθήματα αξίζει να σημειωθεί η ωδική, που ένας από τους κύριους σκοπούς της ήταν να καλλιεργήσει την κατανόηση και την αγάπη του δημοτικού τραγουδιού, καθώς και η γυμναστική, όπου οι ασκήσεις συνδυάζονταν με ελεύθερο παιχνίδι.
Στη φιλοσοφία του Α.Δ.Π. κυριαρχούσε όχι η παθητική στάση των μαθητών, μα η προσωπική τους αυτενέργεια. Να εξασκούν την σκέψη τους, όλο και πιο συστηματικά, καθώς και την παρατήρησή τους.Γενικότερα, να μπορεί το παιδί να εκφράζεται και να συννενοείται με το δάσκαλό του ελεύθερα και φυσικά, όπως και ο ίδιος ο δάσκαλος να είναι φυσικός. Ο λόγος του να ξυπνά τον ακροατή, όχι μόνο με αόριστες έννοιες ή παραστάσεις, μα να είναι ζωντανός, παραστατικός, να μη σταματά το μυαλό του, παρά να αναταράζει ολόκληρη την ψυχή. Όπως βλέπουμε, ιδιαίτερα προοδευτικές ιδέες σε σχέση με τις υπάρχουσες παιδαγωγικές ιδέες.
Οι σχέσεις δασκάλων και παιδιών και σε όλη τη γενική ατμόσφαιρα του σχολείου. Να είναι διάχυτη η καλοσύνη, η αγάπη και η αμοιβαία εκτίμηση και εμπιστοσύνη. Να μη βρίσκει έδαφος να ριζώσει ο φόβος με τις συνέπειες του: την ψευτιά και την υποκρισία.Η παιδική ψυχή να αναπνέει ελεύθερα και να ζει τη δική της ζωή. Στην οργάνωση της ο δάσκαλος να είναι φίλος και ρυθμιστής, οδηγός δηλαδή που να τον αποζητά το ίδιο το παιδί από πραγματική ανάγκη. Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον να ωριμάζει αβίαστα το αίσθημα της ευθύνης και η αντίληψη του χρέους.Η κάθε τάξη να έχει το δάσκαλο- οδηγό της, που θα ζει πιο πολύ με τα παιδιά, θα προσπαθεί να συλλάβει την ατομικότητα,την ιδιοτυπία της και να βοηθά την εξέλιξή της συνεργαζόμενος με το προσωπικό του σχολείου και το σπίτι των παιδιών.
Το σχολείο εξωτερικά ήταν ένα όμορφο διώροφο σπίτι, με δυο δωμάτια ενωμένα με μια μεγάλη τρίφυλλη πόρτα, η οποία αποτελούσε την αίθουσα. Απαρτίζονταν από 34 μαθήτριες και ο αριθμός δεν έπρεπε να λιγοστεύσει για λόγους οικονομικούς.
Η αυλή του σχολείου,μικρή και πλακοστρωμένη, περιορίζονταν πιο πολύ απόμερικά δένδρα και πεζούλια με διάφορα λουλούδια. Το προσωπικό πλουσιότατο: από φυσικομαθηματικούς, ιχνογράφο, ωδικό, γυμναστή, δασκάλα για κοπτική και ραπτική, καθώς και για γαλλικά. Οι πρώτες αντιδράσεις από τις τοπικές εφημερίδες δεν ήταν θετικές. Ασκούσαν κριτική στην νεαρή ηλικία των κηθηγητριών του σχολείου, καθώς και στο ότι δεν χρειαζόταν να ιδρυθεί άλλο σχολείο για τα νεαρά κορίτσια, παρά θα έπρεπε να ιδρυθεί παράρτημα του Αρσακείου.
Ο κύριος, λοιπόν, λόγος που κρυβόταν πίσω από όλα αυτά ήταν η κυριαρχία της δημοτικής γλώσσας,το οποίο αποτελούσε ένα ζήτημα που έκαιγε μέσα στο δυισμό της ελληνικής κοινωνίας, καθώς και οι καινούριες παιδαγωγικές αντιλήψεις, οι οποίες πρόβαλαν σιγά-σιγά και αναταράζανε τα κεκτημένα νερά του συντηρητισμού της εκπαίδευσης.
Οι διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές αποτελούν εδώ και πολλές δεκαετίες αντικείμενο επιστημονικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Μία από αυτές τις διαταραχές είναι και το σύνδρομο Asperger.Διαφέρει από άλλες διαταραχές του φάσματος του αυτισμού λόγω της σχετικής διατήρησης της γλωσσικής και γνωστικής ανάπτυξης.Το σύνδρομο Αsperger διακρίνεται από μια ομάδα συμπτωμάτων που αφορούν την χαμηλή απόδοση στην κοινωνική αλληλεπίδραση και τις επικοινωνιακές δεξιότητες καθώς και την αυξημένη στερεοτυπική συμπεριφορά σε διάφορες δραστηριότητες και ενδιαφέροντα. Παράλληλα δεν εμφανίζεται έκπτωση στον γνωστικό τομέα , ούτε και στην γλωσσική ανάπτυξη, ενώ τα παιδιά έχουν φυσιολογική νοημοσύνη έως υψηλή.Η διαταραχή εντοπίζεται σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με την αυτιστική διαταραχή. Συνήθως, οι ιδιαιτερότητες των παιδιών αυτών γίνονται πιο εύκολα αντιληπτές στο χώρο του σχολείου από τους εκπαιδευτικούς παρά από το οικογενειακό περιβάλλον.
Το σύνδρομο asperger χαρακτηρίζεται από διαταραχές σε τρεις περιοχές ανάπτυξης :
κοινωνική επικοινωνία
κοινωνική αλληλεπίδραση
κοινωνική φαντασία.
Χαρακτηριστικά των παιδιών με σύνδρομο asperger είναι :
Δυσκολία στην επικοινωνία.
– Ελλείμματα στην αμοιβαία κοινωνική συναλλαγή.
– Δυσκολία στη δημιουργία κοινωνικών σχέσεων.
– Περιορισμένο ρεπερτόριο ενδιαφερόντων.
– Επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες και κινήσεις.
– Μονότονος και σχολαστικός τρόπος ομιλίας.
Δυσκολία στην κοινωνική επαφή.
Τα παιδιά με Asperger επιθυμούν την κοινωνική επαφή, αλλά δεν ξέρουν πώς να προσεγγίσουν τους άλλους.
Aδυνατούν να δημιουργήσουν σχέσεις με τους συνομηλίκους τους και να συμμετέχουν σε ομαδικά παιχνίδια.
Παρουσιάζουν δυσκολία στο να κατανοήσουν τα συναισθημάτων των άλλων , ιδιορρυθμία και εκκεντρικότητα στην κοινωνική τους συμπεριφορά.
Συχνά προσεγγίζουν τους άλλους με περίεργο τρόπο γιατί δε γνωρίζουν τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς.
Δεν κατανοούν τη μη-λεκτική επικοινωνία και δεν μπορούν να μοιραστούν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.
Στο τομέα της κοινωνικής προσαρμογής είναι εμφανής η δυσκολία τους να δημιουργήσουν φιλίες. Χρειάζονται ιδιαίτερη διδασκαλία όσον αφορά στις κοινωνικές δεξιότητες που δεν τις αποκτούν μέσα από την εμπειρία.
2. Προβλήματα επικοινωνίας.
Ενώ έχουν ευχέρεια στο λόγο , χρησιμοποιούν λέξεις που συχνά δεν ταιριάζουν στην περίσταση,
Δε δίνουν σημασία στις αντιδράσεις του συνομιλητή τους.
Μιλούν ακατάπαυτα χωρίς να τους ενδιαφέρει αν ο άλλος τους ακούει.
Δεν κατανοούν το χιούμορ και τον μεταφορικό λόγο, αντιλαμβάνονται τα νοήματα κατά λέξη, κυριολεκτικά.
Μιλούν με φωνή μονότονη χροιά φωνής , χωρίς διακυμάνσεις.
Έχουν δυσκολίες στο πραγματολογικό και στο σημασιολογικό επίπεδο της γλώσσας.
3. Έλλειψη προσαρμοστικότητας.
Κάθε απρόσμενη αλλαγή στο καθημερινό πρόγραμμα τους δημιουργεί αναστάτωση .
Δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε νέες καταστάσεις ενώ διακρίνονται από διάσπαση προσοχής συχνές εκρήξεις θυμού, άγχος και καταθλιπτικά επεισόδια, λόγω της δυσκολίας τους στην προσαρμογή και στην επικοινωνία.
4. Σχολείο και επίδοση
Έχουν ιδιαίτερες ικανότητες στα μαθηματικά, στη φυσική, στη μουσική.
Στη γραφή μπορεί να κάνουν πολύ μεγάλα γράμματα ή να μην γράφουν ανάμεσα στις δυο γραμμές και να μην διατηρούν τα κενά μεταξύ των λέξεων .
Η γραμματική, όσο και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν είναι συνήθως καλά.
Συνήθως μαθαίνουν πιο εύκολα αν οι πληροφορίες τους παρουσιάζονται οπτικά σ’ ένα ήσυχο και ήρεμο περιβάλλον.
5. Αδεξιότητα.
Άλλο ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των παιδιών με Asperger, είναι ότι εμφανίζουν συχνά κινητική αδεξιότητα και δυσκολεύονται να συντονίσουν τις κινήσεις τους.
Έχουν παράξενο βάδισμα και δυσκολεύονται να μάθουν να δένουν τα κορδόνια τους, να πετάξουν και να πιάσουν μια μπάλα.
Δυσκολεύονται να παίξουν ποδόσφαιρο ή να οδηγήσουν ένα ποδήλατο.
Ακόμη έχουν περίεργη στάση στο σώμα όταν τρέχουν ή όταν κάνουν γυμναστική.
6. Προβλήματα στο σχολείο.
Λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν στην κοινωνική επαφή γίνονται αντικείμενο κοροϊδίας από τα άλλα παιδιά.
Συνήθως παίζουν μόνα τους στα διαλείμματα .
Δυσκολεύονται ιδιαίτερα να ακολουθήσουν τους κοινωνικούς κανόνες του σχολείου και έχουν συχνά άγχος.
Έχει παρατηρηθεί ότι αρκετές φορές προκειμένου να αντιμετωπίσουν το άγχος ή την υπερβολική ενόχληση ενός ερεθίσματος μπορεί να κλείνουν τα αυτιά τους ή να βγαίνουν από την τάξη.
Συμβουλές
Με αποτελεσματική θεραπεία τα παιδιά με σύνδρομο Asperger μπορεί να μάθουν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες τους αλλά οι κοινωνικές τους δυσκολίες θα παραμείνουν.
Δεν επιτρέπουμε στο παιδί με σύνδρομο Asperger να συζητά ή να κάνει ερωτήσεις συνέχεια για τα περιορισμένα ενδιαφέροντά του. Καθορίζουμε μια συγκεκριμένη ώρα την ημέρα όπου το παιδί θα μπορεί να μιλήσει για αυτά.
Η χρησιμοποίηση θετικής ενίσχυσης προς μια επιθυμητή συμπεριφορά είναι η σημαντική στρατηγική για τη βοήθεια ενός παιδιού με σύνδρομο Asperger.
Οι εργασίες είναι καλό να χωρίζονται σε μικρότερα μέρη και πρέπει να δίνουμε συχνή ανατροφοδότηση και καθοδήγηση.
Τα παιδιά με προβλήματα προσοχής ωφελούνται με χρονομετρημένες εργασίες. Αυτό τους βοηθά να οργανώσουν τον εαυτό τους.
Το παιχνίδι
Το παιχνίδι πρέπει να έχει ως στόχο την κοινωνική αλληλεπίδραση των μαθητών και την εκπαίδευση τους στους κοινωνικούς κανόνες, στις βασικές αρχές συνεργασίας και συνύπαρξης στην ίδια ομάδα μαθητών.Μία από τις προσεγγίσεις του παιχνιδιού είναι και το θεατρικό παιχνίδι. Το θεατρικό παιχνίδι δρα θεραπευτικά, ενισχύοντας τις ατομικές δυνατότητες κάθε παιδιού, όπως και των μαθητών με asperger, ξεχωριστά μέσα από την εμπειρία και την δυναμική της ομάδας.
Το θεατρικό παιχνίδι βοηθά τους μαθητές να:
– Μάθουν να αναγνωρίζουν και να επεξεργάζονται καλύτερα τα συναισθήματά τους καθώς και τα συναισθήματα των άλλων .
– Βελτιώσουν την επικοινωνία με τους συμμαθητές τους και να κάνουν νέες φιλίες.
– Μάθουν να συνεργάζονται ομαδικά .
– Αναπτύξουν κοινωνικές και πρακτικές δραστηριότητες, τις οποίες θα μπορούν να χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους ζωή.
– Ενισχύσουν την λεκτική επικοινωνία .
– Βελτιώσουν τη βλεμματική επαφή με το συνομιλητή τους και να μπορούν να συγκεντρώνονται για περισσότερο χρονικό διάστημα.
– Περιορίσουν τυχόν επαναλαμβανόμενες και στερεότυπες μορφές συμπεριφοράς.
– Μάθουν να παίζουν.
– Αποκτήσουν έλεγχο του σώματός τους και να βελτιωθεί ο κινητικός συντονισμός.
Κλείνοντας
Τα παιδιά με το σύνδρομο Asperger μπορούν να ωφεληθούν από τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό και τις σχετικές υπηρεσίες. Ο αποτελεσματικότερος σχολικός προγραμματισμός είναι αυτός που τονίζει την ιδιαίτερα συνεπή και καλά δομημένη σχολική ημέρα, τις κοινωνικές δεξιότητες και τη γλωσσική κατάρτιση, τον κοινωνικό έλεγχο, τους τροποποιημένους τρόπους οδηγιών και αναθέσεων. Οι εκπαιδευτικοί και οι οικογένειες πρέπει να παρέχουν τις κατάλληλες οδηγίες και υποστήριξη, έτσι ώστε τα παιδιά αυτά να επιτύχουν στο σχολείο, στο σπίτι και γενικότερα στην κοινωνία. Στην οικογένεια εκτελούνται οι διαδικασίες της αγωγής και πρέπει να ζουν τα παιδιά μέσα σε ένα πλήρες υποστηρικτικό περιβάλλον. Θα πρέπει οι γονείς να κατανοούν τις αντιδράσεις των παιδιών τους και να είναι σε συνεχή επαφή με τον εκπαιδευτικό , προκειμένου από κοινού να παρακολουθούν την πορεία του μαθητή.
Χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε ότι σας παρέχουμε την καλύτερη εμπειρία στην ιστοσελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.